ταλαίφρων

ταλαίφρων
ταλαίφρων
much-enduring
masc/fem nom/voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ταλαίφρων — ονος, ὁ, ἡ, Α βλ. ταλάφρων …   Dictionary of Greek

  • ταλαῖφρον — ταλαίφρων much enduring masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταλάφρων — και ταλαίφρων και ταλασίφρων, ονος, ὁ, ἡ, Α 1. αυτός που μπορεί να υπομείνει πολλές ταλαιπωρίες, που αντέχει στις δυσκολίες, καρτερικός 2. στον τ. ταλασίφρων, συν. ως προσωνυμία τού Οδυσσέως) καρτερόψυχος («ἐφόβησε ταλάφρονά περ πολεμιστήν», Ομ.… …   Dictionary of Greek

  • αρσενόφρων — ἀρσενόφρων, ο (Α) αυτός που έχει ανδρικό φρόνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρσην, ενος + φρων < φρήν, φρενός (πρβλ. δαΐφρων, ταλαίφρων)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”